Πέμπτη, 23 Ιούλιος 2009
Χάσαμε την αγορά του Μονάχου . Στοιχεία που αποκαλύπτουν πως μας κέρδισαν οι ΄΄αντίπαλοι΄΄.

Τα ελληνικά προϊόντα που άλλοτε κυριαρχούσαν στη λαχαναγορά του Μονάχου, σταδιακά εκτοπίζονται από αυτά των άλλων ανταγωνιστριών χωρών οι οποίες διαθέτουν μεγαλύτερες παραγωγικές μονάδες, παράγουν και εξάγουν μεγαλύτερες ποσότητες και...
εφαρμόζουν επιθετικότερο μάρκετινγκ. Ο όγκος των ελληνικών φρούτων και λαχανικών έχει συρρικνωθεί τα τελευταία έτη σε ένα πολύ μικρό ποσοστό, του 5-10% του συνόλου, από 30-35% που ήταν στις δεκαετίες του 80 και 90.
Είναι χαρακτηριστική η άποψη μεγάλης γερμανικής χονδρεμπορικής εταιρείας που μας διατυπώθηκε πρόσφατα ότι δηλαδή «εάν για κάποιο σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα δεν εισαχθούν ελληνικά φρούτα και λαχανικά στη Γερμανία, η αγορά μάλλον δεν θα αντιληφθεί καθόλου αυτή την έλλειψη».
Αυτή η σκληρή εικόνα αποτυπώνεται στην ενημέρωση που κάνει το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων του Γενικού Προξενείου στο Μόναχο. Ακολουθεί το έγγραφο :
ΓΕΝΙΚΟ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΤΟ ΜΟΝΑΧΟ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ
Θέμα: «Αποτύπωση κίνησης ελληνικών φρούτων και λαχανικών στην λαχαναγορά του Μονάχου, Ιούλιος 2009»
Την χρονική αυτή περίοδο οι περισσότερες εισαγωγές φρούτων από την Ελλάδα στην κεντρική λαχαναγορά του Μονάχου αφορούν τα βερίκοκα, τα ροδάκινα, τα νεκταρίνια και τα καρπούζια. Τα εισαγόμενα λαχανικά αφορούν αμελητέες ποσότητες πιπεριών, τοματών και αγγουριών που διανέμονται κυρίως απευθείας στα καταστήματα λιανικής πώλησης.
Ιδιαίτερα διακινούνται αρκετές ποσότητες σε ροδάκινα και νεκταρίνια. Οι υπάρχουσες ποσότητες βερίκοκων και καρπουζιών είναι πιο περιορισμένες και αγοράζονται σε μεγάλο βαθμό από τους έλληνες ομογενείς και τις ομογενειακές εταιρείες.
Αναφορικά με τα βερίκοκα, όσο επί το πλείστον κυκλοφορούν τα Tirinthus από την Πελοπόννησο, τα οποία είναι μεγάλα και εμφανίσιμα αλλά υστερούν γευστικά.
Τα Bebeco, των οποίων η σαιζόν ξεκίνησε λίγο αργότερα, δεν είναι μεν τόσο εμφανίσιμα αλλά έχουν εξαιρετική γεύση. Επειδή όμως ο καταναλωτής «αγοράζει ουσιαστικά με το μάτι», η ποικιλία των Tirinthus παρουσιάζει μεγαλύτερη ζήτηση. Τα βερίκοκα που εισάγονται από την Ελλάδα είναι σε συσκευασία, είτε χύμα σε τελάρα των 5 κιλών ή σε κυπελάκια του ενός κιλού και πωλούνται κατά μέσο όρο στη τιμή των 1,60 € ανά τεμάχιο. Υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός κυρίως από τη Γαλλία. Η γαλλική προσφορά είναι πολλαπλάσια της Ελληνικής και συχνά είναι ποιοτικά καλύτερη.
Τα καρπούζια από διάφορες περιοχές της Ελλάδας εμφανίζονται συχνά όχι μόνο στη λαχαναγορά του Μονάχου αλλά και σε πολλές αλυσίδες τροφίμων και πλανόδιους εμπόρους. Η κατανάλωση τους όμως παραμένει ακόμα σε χαμηλά επίπεδα λόγω και των περίεργων καιρικών συνθηκών που επικρατούν στη Γερμανία. Η μέχρι και σήμερα μικρή κατανάλωση μπορεί να χειροτερεύσει περαιτέρω λόγω της έναρξης της περιόδου των καλοκαιρινών διακοπών των βαυαρών (τέλος Ιουλίου).Η τιμή στη Λαχαναγορά του Μονάχου κυμαίνεται από 25 έως 30 λεπτά το κιλό. Ο ανταγωνισμός στα καρπούζια προέρχεται κυρίως από την Ισπανία και την Ιταλία, χώρες που προσφέρουν συνήθως διαφορετικές ποικιλίες από τις ελληνικές και με μικρότερη διάμετρο.
Τα ροδάκινα και τα νεκταρίνια είναι τα ελληνικά φρούτα που κυριαρχούν ουσιαστικά αυτή τη περίοδο στις λαχαναγορές. Προσφέρονται σε συσκευασίες του ενός κιλού και οι τιμές κυμαίνονται από 60 λεπτά μέχρι 70 λεπτά το κιλό (συσκευασίες 4 και 7 κιλών). Παρόμοιες είναι οι τιμές και στα νεκταρίνια. Από την άλλη πλευρά, πολύ συχνά η ποιότητα είναι χαμηλή και ο βαθμός ωρίμανσής τους δεν τα βοηθάει στο να διατηρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Στα κεράσια, η περίοδος της ποικιλίας Napoleon, ποικιλία με έντονο χρώμα, άρωμα και εμφάνιση, έχει ουσιαστικά λήξει. Στην περίπτωση των κερασιών παρατηρήθηκε μια μέτρια σαιζόν λόγω βασικά των συχνών βροχοπτώσεων που έπληξαν τις περιοχές παραγωγής της χώρας μας καθώς και του ασφυκτικού ανταγωνισμού από πλευράς της Τουρκίας. Οι δύο αυτοί παράγοντες επηρέασαν αρνητικά την αγορά του ελληνικού κερασιού και δεν επέτρεψαν στην ελληνική σοδειά να αναπτυχθεί ομαλά στην γερμανική αγορά. Η τιμή τις πρώιμης ποικιλίας Burlat κυμάνθηκε κατά μέσο όρο στα 1,80 € το κιλό, ενώ η αντίστοιχη μέση τιμή στα Napoleon στα 2,70 € το κιλό.
Για το επόμενο χρονικό διάστημα, οι ελπίδες των μεγαλεμπόρων στρέφονται κυρίως προς τα σταφύλια των οποίων η σαιζόν θα ξεκινήσει από την δεύτερη εβδομάδα του Αυγούστου.
Όλα τα παραπάνω ελληνικά προϊόντα αντιμετωπίζουν πλέον ένα πολύ δυνατό ανταγωνισμό κυρίως από την Ισπανία, την Ιταλία, την Γαλλία και την Τουρκία. Οι χώρες αυτές τα τελευταία χρόνια εφαρμόζουν μία επιθετική πολιτική τιμών στη γερμανική αγορά και μειώνουν σημαντικά τις τιμές τους, γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα το ποιοτικό και γευστικό ελληνικό προϊόν σιγά-σιγά να εξαφανίζεται από τη γερμανική αγορά και να κατευθύνεται κυρίως προς τις τέως ανατολικές χώρες. Τα ελληνικά προϊόντα που άλλοτε κυριαρχούσαν στη λαχαναγορά του Μονάχου, σταδιακά εκτοπίζονται από αυτά των άλλων ανταγωνιστριών χωρών οι οποίες διαθέτουν μεγαλύτερες παραγωγικές μονάδες, παράγουν και εξάγουν μεγαλύτερες ποσότητες και εφαρμόζουν επιθετικότερο μάρκετινγκ. Ο όγκος των ελληνικών φρούτων και λαχανικών έχει συρρικνωθεί τα τελευταία έτη σε ένα πολύ μικρό ποσοστό, του 5-10% του συνόλου, από 30-35% που ήταν στις δεκαετίες του 80 και 90.
Είναι χαρακτηριστική η άποψη μεγάλης γερμανικής χονδρεμπορικής εταιρείας που μας διατυπώθηκε πρόσφατα ότι δηλαδή «εάν για κάποιο σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα δεν εισαχθούν ελληνικά φρούτα και λαχανικά στη Γερμανία, η αγορά μάλλον δεν θα αντιληφθεί καθόλου αυτή την έλλειψη».
Ο Προϊστάμενος
Χαρ. Κουναλάκης
http://www.agroschannel.com/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου